ὀχλέω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὀχλέω < ὄχλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὀχλέω ὀχλῶ

  1. ανυψώνω με μοχλό, κυλίω, μετατοπίζω
  2. ταράζω, ενοχλώ, εμποδίζω, δημιουργώ ζητήματα, εντάσεις
    ἔχουσαν δὲ αὐτὴν ἀληθεῖ λόγῳ οἱ τῆς ἐπελθούσης γυναικὸς οἰκήιοι πυθόμενοι ὤχλεον, φάμενοι αὐτὴν κομπέειν ἄλλως βουλομένην.... (όταν οι οικείοι της νέας συζύγου έμαθαν ότι η άλλη γυναίκα ήταν έγκυος, άρχισαν να προκαλούν επεισόδια, λέγοντας ότι παριστάνει την έγκυο...)
    ὀχλεῖς μάτην με
  3. (παθητικό) κυλιέμαι, μετατοπίζομαι
    ψηφῖδες ἅπασαι ὀχλεῦνται (όλες οι ψηφίδες κυλιώνται και μετατοπίζονται <από το νερό>)
  4. (παθητικό) ταράζομαι, ενοχλούμαι
  5. ενοχλούμαι, μπαίνω στον κόπο
    μὴ ὀχλοῦ δὲ πέμπειν... (μη μπεις στον κόπο να στείλεις...)
  6. έχει φασαρία, έχει πολυκασμία
    ὁδὸς ἥτις οὐ πολὺ ὀχλεῖται

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]