ὀψάριον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὀψάριον ὀψαρίω ὀψάρια
Γενική ὀψαρίου ὀψαρίοιν ὀψαρίων
Δοτική ὀψαρί ὀψαρίοιν ὀψαρίοις
Αιτιατική ὀψάριον ὀψαρίω ὀψάρια
Κλητική ὀψάριον ὀψαρίω ὀψάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὀψάριον < υποκοριστικό του ὄψον (μαγειρεμένο φαγητό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὀψάριον ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του ὄψον (μαγειρεμένο φαγητό)
  2. ψάρι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ἰχθύς
    Εἰ μὴ παραμυθῇ μ’ ὀψαρίοις ἑκάστοτε / τὴν δ’ ἕωλον ἀναβεβρασμένην / καὶ ξυννένοφε καὶ χειμέρια βροντᾷ μάλ’ εὖ. (Αριστοφάνης, Αποσπάσματα (εκδ. Edmonds), 45-46)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]