ὀψώνιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὀψώνιον ὀψωνίω ὀψώνια
Γενική ὀψωνίου ὀψωνίοιν ὀψωνίων
Δοτική ὀψωνί ὀψωνίοιν ὀψωνίοις
Αιτιατική ὀψώνιον ὀψωνίω ὀψώνια
Κλητική ὀψώνιον ὀψωνίω ὀψώνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὀψώνιον < ὀψωνέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὀψώνιον

  1. (συνήθως πληθυντικός) προμήθειες, ζωοτροφές
  2. σιτηρέσιο στρατεύματος
  3. (μεταφορικά) μισθός, (αντ)αμοιβή
    τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος (Προς Ρωμαίους, 6, 23)