ὁλόκληρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὁλόκληρος < ὅλος + κλῆρος

Επίθετο[επεξεργασία]

ὁλόκληρος, -ος, -ον

Αντώνυμα[επεξεργασία]