Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὁμιλία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ομιλία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁμιλί αἱ ὁμιλίαι
      γενική τῆς ὁμιλίᾱς τῶν ὁμιλιῶν
      δοτική τῇ ὁμιλί ταῖς ὁμιλίαις
    αιτιατική τὴν ὁμιλίᾱν τὰς ὁμιλίᾱς
     κλητική ! ὁμιλί ὁμιλίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὁμιλί
γεν-δοτ τοῖν  ὁμιλίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὁμιλία < ὅμιλος + -ία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὁμιλία, -ας θηλυκό

  1. επικοινωνία, συναναστροφή, συντροφιά
      5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Συμπόσιον, 203a
    θεὸς δὲ ἀνθρώπῳ οὐ μείγνυται, ἀλλὰ διὰ τούτου πᾶσά ἐστιν ἡ ὁμιλία καὶ ἡ διάλεκτος θεοῖς πρὸς ἀνθρώπους, καὶ ἐγρηγορόσι καὶ καθεύδουσι·
    Ο θεός δεν έρχεται σε άμεση επαφή με τον άνθρωπο, αλλά με τη διαμεσολάβηση των δαιμόνων συντελείται κάθε επικοινωνία και συνομιλία των θεών με τους ανθρώπους, και στον ύπνο και στον ξύπνο τους·
    Μετάφραση (2004): Ηλίας Σπυρόπουλος, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος. @greeklanguage.gr
  2. σχέση, επαφή με κάποιον
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, 4, 1126b
    ἔοικε μὲν γὰρ περὶ ἡδονὰς καὶ λύπας εἶναι τὰς ἐν ταῖς ὁμιλίαις γινομένας·
    Φαίνεται, πράγματι, ότι έχει να κάνει με τις ηδονές και τις λύπες που παρατηρούνται στις κοινωνικές σχέσεις·
    Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greeklanguage.gr
      4ος πκε αιώνας Δημοσθένης, Κατὰ Φιλίππου β′, 21
    οὐ γὰρ ἀσφαλεῖς ταῖς πολιτείαις αἱ πρὸς τοὺς τυράννους αὗται λίαν ὁμιλίαι.
    γιατί οι τέτοιου είδους στενές σχέσεις με τους τυράννους δεν είναι ασφαλείς για τις δημοκρατίες.
    Μετάφραση (2003): Α.Ι. Γιαγκόπουλος - Μ. Αραποπούλου, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
  3. σύλλογος, εταιρεία
  4. (για πράγματα) συνηθισμένη χρήση
  5. σεξουαλική συνεύρεση, συνουσία
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 182.2
    καὶ γὰρ δὴ ἐκεῖθι κοιμᾶται ἐν τῷ τοῦ Διὸς τοῦ Θηβαιέος γυνή, ἀμφότεραι δὲ αὗται λέγονται ἀνδρῶν οὐδαμῶν ἐς ὁμιλίην φοιτᾶν
    γιατί και κει κοιμάται στο ναό του Θηβαίου Δία μια γυναίκα· και για τις δύο αυτές γυναίκες λέγεται ότι δεν έρχονται σε επαφή με άλλον άνδρα
    Μετάφραση (1964): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
  6. (ελληνιστική σημασία) διάλεξη, διδασκαλία, μάθημα
  7. (περιληπτικό) συνάθροιση, συγκέντρωση
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους Τύραννος, στίχ. 1489 (1489-1491)
    ποίας γὰρ ἀστῶν ἥξετ᾽ εἰς ὁμιλίας, | ποίας δ᾽ ἑορτάς, ἔνθεν οὐ κεκλαυμέναι | πρὸς οἶκον ἵξεσθ᾽ ἀντὶ τῆς θεωρίας;
    γιατί πού θα πάτε, | σε ποιά του λαού σύναξη ή γιορτή, | χωρίς να μου γυρίσετε κλαμένες | αντίς με τη χαρά απ᾽ το πανηγύρι;
    Μετάφραση (1942): Ιωάννης Γρυπάρης @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]