Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὁπλίτας

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
δωρική κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ὁπλῑτ-
ονομαστική ὁπλίτᾱς τοὶ ὁπλῖται
      γενική τῶ ὁπλίτω τῶν ὁπλιτᾶν
      δοτική τῷ ὁπλίτ τοῖς ὁπλίταις
    αιτιατική τὸν ὁπλίτᾱν τώς ὁπλίτᾱς
     κλητική ! ὁπλῖτ ὁπλῖται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὁπλίτ
γεν-δοτ τοῖν  ὁπλίταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'Ἀτρείδης', Κατηγορία 'Ἀτρείδης' όπως «Ἀτρείδης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὁπλίτας < ὅπλ(ον) + -ῑ́τᾱς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ho.plíːtaːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: πλίτας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὁπλῑ́τᾱς, -ω αρσενικό

  • δωρικός τύπος του ὁπλίτης
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Ἰσθμιονίκαις, 23
    λάμπει δὲ σαφὴς ἀρετὰ | ἔν τε γυμνοῖσι σταδίοις σφίσιν ἔν τ' ἀσπιδοδούποισιν ὁπλίταις δρόμοις, | οἱά͂ τε χερσὶν ἀκοντίζοντες αἰχμαῖς, | καὶ λιθίνοις ὁπότ' ἐν δίσκοις ἵεν.

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ὁπλῑ́τᾱς αρσενικό