ὁράω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ὁράω (συνηρημένο: ὁρῶ)

  1. βλέπω
    εἴ τι ἄρα μάλλον ἐνδοῖεν οἱ Ἀθηναῖοι ὁρῶντες σφᾶς ἤδη ἐν ὁδῷ ὄντας...

Κλίση[επεξεργασία]


Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]