ὄλβιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : όλβιος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὄλβιος < ὄλβος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὄλβιος, -ιος/-ία, -ιον, υπερθετικός: ὀλβιώτατος και ὄλβιστος

  1. ευδαίμων, ευτυχής, μακάριος
  2. (για πράγματα, στον πληθυντικό του ουδετέρου) πλούσιος
    θεοί ὄλβια δοῖεν - μακάρι οι θεοί να δώσουν πλούσια δώρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]