Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὄμορφος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: όμορφος

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὄμορφος < είτε από το άρθρο της λέξης μεσαιωνική ελληνική ἔμορφος είτε λόγω αφομοίωσης του [e] σε [o] εξαιτίας των δύο [o] που ακολουθούν στη μεσαιωνική ελληνική ἔμορφος < μεσαιωνική ελληνική ἔμμορφος (με αφομοίωση) ή μεσαιωνική ελληνική ἔμορφος (με απλοποίηση του συμπλέγματος [vm] σε [m]) της λέξης μεσαιωνική ελληνική εὔμορφος < αρχαία ελληνική εὔμορφος[1]
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: όμορφος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ὄμορφος , συγκριτικός: ὀμορφότερος, υπερθετικός: ὀμορφότατος (και σήμερα σε χρήση)

  • άλλη μορφή του εὔμορφος
      14ος αιώνας, ανωνύμου, Χρονικόν του Μορέως, Επιμελητής:Schmitt, 1904, Κώδικες H & P στις σελίδες 210+211
    έκδ.2015, σελ.210, κώδικας Κοπεγχάγης (Havniensis)
    κάστρον ἐποίησε ἀφιρόν, ὄμορφον δυναμάριν,
    Καρύταινα τὸ ὠνόμασεν κʼ ἐκεῖνος ὠνομάστην
    ἀφέντης τῆς Καρύταινας, ὁ ἐξάκουστος στρατιώτης.
      16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Ερωφίλη, τραγωδία, Πράξη Β', στίχ. 464 @anemi.lib.uoc.gr
    Μὰ ναὔρʼ ὀμπρὸς τὴν κόρη μου τὴν ὄμορφη τυχαίνει,
    Η Ερωφίλη :Τραγωδία /Γεωργίου Χορτάτση, εκδιδομένη υπό Κ. Ν. Σάθα.Εν Βενετία :Τύποις Φοίνικος,1878, σελ. 73.
      16ος/17ος αιώνας Γεώργιος Χορτάτσης, Πανώρια, Πράξη Β', στίχ. 135 (135-136)
    Ἀπόκτι, γάλα καὶ τυρὶ κιʼ ὄμορφο παξιμάδι,
    ἀνέναι καὶ γοργόρθετε, θέλομε φάγει ὁμάδι.
    Εμμανουήλ Κριαράς, Γεωργίου Χορτάτση, Πανώρια. Κριτική έκδοση με εισαγωγή, σχόλια και λεξιλόγιο Εμμανουήλ Κριαρά, Βυζαντινή και Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Θεσσαλονίκη 1975, σελ. 93

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]
  • ὄμορφο (ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού ουδετέρου γένους)
  • ὄμορφον (αιτιατική ενικού αρσενικού γένους)
  • ὄμορφη (ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού θηλυκού γένους)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. εύμορφος - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.