ὄν
Εμφάνιση
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ὄν < ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ὤν, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του εἰμί
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ὄν ουδέτερο
- (ουσιαστικοποιημένο) μετοχή από την οποία προέρχεται η λέξη (και επιστήμη) της οντολογίας, και σημαίνει το πραγματικό, εκείνο που υπάρχει, σε αντιδιαστολή προς το τό μή ὄν
- Πλωτῖνος, Ἐννεάς Στ, β: Περὶ τῶν γενῶν τοῦ ὄντος δεύτερον (Χρειάζεται επεξεργασία)
- Ὥσπερ γὰρ τὸ ὂν οὐ πάντων γένος, ἀλλὰ τῶν ὂν εἰδῶν, οὕτω καὶ τὸ ἓν τῶν ἓν ἑκάστων εἰδῶν
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- οὐδὲν γίνεται ἐκ τοῦ μὴ ὄντος (Επίκουρος)
- ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν αὐτὰ ὁ θεός (κατά Λουκά)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]ὄν
Απόγονοι
[επεξεργασία]ὄν (αρχαία ελληνικά)
- → νέα ελληνικά: ον
Πηγές
[επεξεργασία]- ὄν - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.