ὄνειδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: όνειδος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὄνειδος ὀνείδει ὀνείδη
Γενική ὀνείδους ὀνειδοῖν ὀνειδῶν
Δοτική ὀνείδει ὀνειδοῖν ὀνείδεσι(ν)
Αιτιατική ὄνειδος ὀνείδει ὀνείδη
Κλητική ὄνειδος ὀνείδει ὀνείδη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὄνειδος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃neid- (κατάρα / καταριέμαι, μέμφομαι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὄνειδος ουδέτερο

  1. φήμη
  2. όνειδος
    ἔργον δ' οὐδὲν ὄνειδος, ἀεργίη δὲ τ' ὄνειδος. (Ησίοδος, Έργα και ημέραι, 311)
    Η εργασία δεν είναι ντροπή, η αεργία/το να μην εργάζεσαι είναι ντροπή.