ὄνθος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ/ἡ | ὄνθος | οἱ/αἱ | ὄνθοι |
| γενική | τοῦ/τῆς | ὄνθου | τῶν | ὄνθων |
| δοτική | τῷ/τῇ | ὄνθῳ | τοῖς/ταῖς | ὄνθοις |
| αιτιατική | τὸν/τὴν | ὄνθον | τοὺς/τὰς | ὄνθους |
| κλητική ὦ! | ὄνθε | ὄνθοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ὄνθω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ὄνθοιν | ||
| Το θηλυκό απαντά στην ελληνιστική κοινή. | ||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «ἵππος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ὄνθος < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ὄνθος αρσενικό ή θηλυκό
- κοπριά ζώων
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 775 (774-777)
- ἔνθ᾽ Αἴας μὲν ὄλισθε θέων —βλάψεν γὰρ Ἀθήνη— | τῇ ῥα βοῶν κέχυτ᾽ ὄνθος ἀποκταμένων ἐριμύκων, | οὓς ἐπὶ Πατρόκλῳ πέφνεν πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς· | ἐν δ᾽ ὄνθου βοέου πλῆτο στόμα τε ῥῖνάς τε·
- τον Αίαντ᾽ έκαμ᾽ η Αθηνά στην κόπρον να γλιστρήσει | που είχε απομείνει ακόμα εκεί σωρός από τα βόδια, | όσα ο Πηλείδης έσφαξε στον τάφον του Πατρόκλου, | κι εκείνου εγέμισαν βουνιές η μύτη και το στόμα.
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- ἔνθ᾽ Αἴας μὲν ὄλισθε θέων —βλάψεν γὰρ Ἀθήνη— | τῇ ῥα βοῶν κέχυτ᾽ ὄνθος ἀποκταμένων ἐριμύκων, | οὓς ἐπὶ Πατρόκλῳ πέφνεν πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς· | ἐν δ᾽ ὄνθου βοέου πλῆτο στόμα τε ῥῖνάς τε·
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 781 (780-781)
- στῆ δὲ κέρας μετὰ χερσὶν ἔχων βοὸς ἀγραύλοιο, | ὄνθον ἀποπτύων, μετὰ δ᾽ Ἀργείοισιν ἔειπεν·
- Εστάθη ορθός και πιάνοντας τα κέρατα του ταύρου | και φτυώντας πέρα την βουνιά, τους είπε:
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- στῆ δὲ κέρας μετὰ χερσὶν ἔχων βοὸς ἀγραύλοιο, | ὄνθον ἀποπτύων, μετὰ δ᾽ Ἀργείοισιν ἔειπεν·
- ≈ συνώνυμα: κόπρος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 23 (Ψ. Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ.), στίχ. 775 (774-777)
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ὄνθος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ὄνθος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)