Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὄνυχας

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: όνυχας

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

ὄνυχας αρσενικό