Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὄρφνη

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὄρφνη αἱ ὄρφναι
      γενική τῆς ὄρφνης τῶν ὀρφνῶν
      δοτική τῇ ὄρφν ταῖς ὄρφναις
    αιτιατική τὴν ὄρφνην τὰς ὄρφνᾱς
     κλητική ! ὄρφνη ὄρφναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὄρφν
γεν-δοτ τοῖν  ὄρφναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὄρφνη < άγνωστης ετυμολογίας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὄρφνη, -ης

  • το σκοτάδι της νύχτας
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Ὀλυμπιονίκαιςw, 13. Ξενοφῶντι Κορινθίῳ σταδιοδρόμῳ καὶ πεντάθλῳ, 70 (13.70-13.72) σελ.58, Ed. Bœckh, August. Pindari opera quae supersunt.@books.google
    κυάναιγις ἐν ὄρφνᾳ κνώσσοντί οἱ παρθένος τόσα εἰπεῖν ἔδοξεν· ἀνὰ δ’ ἔπαλτ’ ὀρθῷ ποδί.
    • Τέτοια λόγια του 'κάστηκε πως του 'πε, / συσκόταδα, την ώρα που κοιμόταν, με τη μαύρη η παρθένα την αιγίδα / Μ' αναπήδημα ολόρθος ασηκώθη
      Μετάφραση: Παναγής Λεκατσάς, Πίνδαρος, εκδόσεις Δίφρος, χ.χ.
    • Αυτά του φάνηκε πως άκουσε απ᾽ την παρθένα με την μαύρη αιγίδα, καθώς κοιμόταν μέσα στο σκοτάδι / ευθύς πετάχτηκε ολόρθος
      Μετάφραση (2004): Γιάννης Οικονομίδης, @greeklanguage.gr
      1ος κε αιώνας (Ρώμη, μετά το 94 κε, επίγραμμα για τον Μάξιμο, που ήταν ο ίδιος νεαρός ποιητής) IG XIV 2012 (IGUR III 1336), C.1, στροφή 
    Μοῦνος ἀπ’ αἰῶνος δυοκαίδεκα παῖς ἐνιαυτῶν
    Μάξιμος ἐξ ἀέθλων εἰς Ἀίδην ἔμολον·
    νοῦσος καὶ κάματός με διώλεσαν· οὔτε γὰρ ἠοῦς,
    οὐκ ὄρφνης μουσέων ἐκτὸς ἔθηκα φρένα.
    Μονάχος, κι ας είμαι δώδεκα χρονώ,
    εγώ ο Μάξιμος, απ' τον Αγώνα[μάλλον ποίησης] έφυγα να κατεβώ στον Άδη
    Νόσος και κακουχία με ξέκαναν· κι ουδέ πρωί
    κι ουδέ τη σκοτεινή νυχτιά, η σκέψη μου δεν είν' αλλού, παρά στις μούσες είναι.
    Ελεύθερη μετάφραση: Βικιλεξικό.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]