ὄρχις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : όρχις

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὄρχις ὄρχει ὄρχεις
Γενική ὄρχεως ὀρχέοιν ὄρχεων
Δοτική ὄρχει ὀρχέοιν ὄρχεσι(ν)
Αιτιατική ὄρχιν ὄρχει ὄρχεις
Κλητική ὄρχι ὄρχει ὄρχεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὄρχις < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₃erǵʰi-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὄρχις αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ανατομία) (αρσενικό) όρχις
  2. (ανατομία) ωοθήκη (για τις γυναίκες)
  3. (βοτανική) (θηλυκό) το φυτό σαλέπι, που οι ρίζες του έχουν παρόμοιο σχήμα (Orchis papilionacea, Orchis longicruris)
  4. (βοτανική) (θηλυκό) είδος ελιάς
    συνώνυμα: ὀρχάς