Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὄστρεον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ὄστρεον τὰ ὄστρε
      γενική τοῦ ὀστρέου τῶν ὀστρέων
      δοτική τῷ ὀστρέ τοῖς ὀστρέοις
    αιτιατική τὸ ὄστρεον τὰ ὄστρε
     κλητική ! ὄστρεον ὄστρε
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὀστρέω
γεν-δοτ τοῖν  ὀστρέοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὄστρεον < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ó.stɾe.on/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: στρεον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὄστρεον, -ου ουδέτερο

  1. (μαλάκιο) το στρείδι
  2. πορφυρή χρωστική ουσία

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ὄστρεον (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: όστρεο
λατινικά: ostrea (όπου δείτε άλλους απογόνους)