Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὄχος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     πληθυντικός  
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ὄχος οἱ ὄχοι τὰ ὄχε
      γενική τοῦ ὄχου τῶν ὄχων τῶν ὀχέων
      δοτική τῷ ὄχ τοῖς ὄχοις τοῖς ὀχέοις,
ὄχεσφι
    αιτιατική τὸν ὄχον τοὺς ὄχους τὰ ὄχε
     κλητική ! ὄχε ὄχοι ὄχε
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὄχω
γεν-δοτ τοῖν  ὄχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὄχος < πρωτοελληνική *wókʰos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wóǵʰos < *weǵʰ-. Συγγενές του 𐀺𐀏 (wo-ka) (όχημα)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὄχος, -ου αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]