ὄχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὄχος < ἔχω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὄχος αρσενικό

  1. ο έχων ή ο φέρων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]