ὄψιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὄψιος < ὀψέ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὄψιος, -ία, -ιον, (παραθετικά: ὀψιαίτερος, ὀψιαίτατος)

  1. αυτός που συμβαίνει σε περασμένη ώρα
  2. ο καθυστερημένος χρονικά