ὅμηρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: όμηρος, Όμηρος, Ὅμηρος

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὅμηρος οἱ ὅμηροι
      γενική τοῦ ὁμήρου τῶν ὁμήρων
      δοτική τῷ ὁμήρ τοῖς ὁμήροις
    αιτιατική τὸν ὅμηρον τοὺς ὁμήρους
     κλητική ! ὅμηρε ὅμηροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὁμήρω
γεν-δοτ τοῖν  ὁμήροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὅμηρος < ὁμοῦ + ἀραρίσκω [1] [2] [3]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὅμηρος αρσενικό

  1. (για πρόσωπα) όμηρος
  2. (για πράγματα) κάτι που κρατιέται ως εγγύηση, εχέγγυο

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. Μοντανάρι (Montanari), Φράνκο (Franco) (2013). Σύγχρονο λεξικό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Παπαδήμας. 
  3. Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. 

Πηγές[επεξεργασία]