Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὅρμινον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ὅρμινον τὰ ὅρμιν
      γενική τοῦ ὁρμίνου τῶν ὁρμίνων
      δοτική τῷ ὁρμίν τοῖς ὁρμίνοις
    αιτιατική τὸ ὅρμινον τὰ ὅρμιν
     κλητική ! ὅρμινον ὅρμιν
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὁρμίνω
γεν-δοτ τοῖν  ὁρμίνοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὅρμινον < προελληνική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὅρμινον ουδέτερο (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]