Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὅς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὅς < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *yós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yós < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *yéh₂, *yód (ποιος) από θέμα *yo-, από αναφορικό θέμα *i-, *ey-. Συγγενή: σανσκριτική यद् (yás, yā, yad), αβεστική 𐬫𐬋, φρυγική ιος  δείτε οἷος και ὅσος (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

ὅς, ,

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]