Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ὀρέστης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ὀρέστης
      γενική τοῦ Ὀρέστου
Ὀρέστᾱο (επικός)
      δοτική τῷ Ὀρέστ
    αιτιατική τὸν Ὀρέστην
     κλητική ! Ὀρέστ
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'τοξότης' όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ὀρέστης < ιωνικός τύπος παλαιοτέρου Ὀρέστᾱς, που μαρτυρείται στην μυκηναϊκή 𐀃𐀩𐀲 (o-re-ta) < πρωτοελληνική *Oréstās. Συγχρονικά αναλύεται σε θέμα ὀρεσ- του ὄρος (όρος, βουνό) + -της. Πρόκειται για ονοματοποίηση του επιθέτου «ὀρέστης» που σημαίνει «ἐν ὄρεσι διαιτώμενος», δηλαδή «αυτός που διαμένει στα όρη».[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.ɾé.stɛːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ρέστης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ὀρέστης, -ου αρσενικό

  1. (ελληνική μυθολογία) «Ἀγαμεμνονίδης Ὀρέστης» υιός του Αγαμέμνονος και της Κλυταιμνήστρας
     συνώνυμα: Ἀγαμεμνονίδης

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Αναφέρεται στην Οδύσσεια (Α30). Μετά τον φόνο του πατέρα του, η αδελφή του Ηλέκτρα τον φυγάδευσε στην Φωκίδα, απ᾿ όπου και επέστρεψε με τον Πυλάδη και φόνευσε τους δολοφόνους του πατέρα του. Αργότερα εξαγνίσθηκε στην Αθήνα από τον Άρειο Πάγο όπου προέδρευε η θεά Αθηνά.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Ὀρέστης (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: Ὀρέστης
νέα ελληνικά: Ὀρέστης, Ορέστης

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.