Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὑετιώτατος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὑετιώτατος ὑετιωτάτη τὸ ὑετιώτατον
      γενική τοῦ ὑετιωτάτου τῆς ὑετιωτάτης τοῦ ὑετιωτάτου
      δοτική τῷ ὑετιωτάτ τῇ ὑετιωτάτ τῷ ὑετιωτάτ
    αιτιατική τὸν ὑετιώτατον τὴν ὑετιωτάτην τὸ ὑετιώτατον
     κλητική ! ὑετιώτατε ὑετιωτάτη ὑετιώτατον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ὑετιώτατοι αἱ ὑετιώταται τὰ ὑετιώτατ
      γενική τῶν ὑετιωτάτων τῶν ὑετιωτάτων τῶν ὑετιωτάτων
      δοτική τοῖς ὑετιωτάτοις ταῖς ὑετιωτάταις τοῖς ὑετιωτάτοις
    αιτιατική τοὺς ὑετιωτάτους τὰς ὑετιωτάτᾱς τὰ ὑετιώτατ
     κλητική ! ὑετιώτατοι ὑετιώταται ὑετιώτατ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ὑετιωτάτω τὼ ὑετιωτάτ τὼ ὑετιωτάτω
      γεν-δοτ τοῖν ὑετιωτάτοιν τοῖν ὑετιωτάταιν τοῖν ὑετιωτάτοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'μέγιστος' όπως «μέγιστος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὑετιώτατος < ὑέτι(ος) + -ώτατος

Επίθετο

[επεξεργασία]

ὑετιώτατος, -η, -ον

  • υπερθετικός βαθμός του ὑέτιος
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 25.2
    καὶ εἰσὶ οἰκότως οἱ ἀπὸ ταύτης τῆς χώρης πνέοντες, ὅ τε νότος καὶ ὁ λίψ, ἀνέμων πολλὸν τῶν πάντων ὑετιώτατοι.
    και είναι εύλογο ότι οι άνεμοι που φυσούν απ᾽ αυτη την περιοχή, ο νοτιάς και ο λίβας, είναι απ᾽ όλους τους ανέμους αυτοί που φέρνουν την περισσότερη βροχή.
    Μετάφραση (1992): Λεωνίδας Ζενάκος Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr