ὑπάρχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: υπάρχω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑπάρχω < ὑπό + ἄρχω

Ρήμα[επεξεργασία]

ὑπάρχω