ὑπάρχω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ὑπάρχω < ὑπ- + ἄρχω
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: υπάρχω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /yˈpaɾ.xo/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ὑ‐πάρ‐χω
Ρήμα
[επεξεργασία]ὑπάρχω
- αρχίζω, ξεκινώ, κάνω την αρχή
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 286
- ἡ γὰρ θέμις, ὅς τις ὑπάρξῃ.
- όπως προστάζει το έθιμο, γι᾽ αυτόν που κάνει την αρχή.
- Μετάφραση σε πεζό (2006): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, @greek‑language.gr
- ἡ γὰρ θέμις, ὅς τις ὑπάρξῃ.
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 24 (ω. Σπονδαί.), στίχ. 286
- (με γενική πράγματος) κάνω την αρχή κάποιου πράγματος, ξεκινώ κάτι
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 1.1
- ὑπῆρξαν ἀδικίης
- έκαναν την αρχή της αδικίας
- Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- ὑπῆρξαν ἀδικίης
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 1.1
- (με μετοχή) ξεκινώ να κάνω κάτι
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 8β.2
- οἵ γε ἐμὲ καὶ πατέρα τὸν ἐμὸν ὑπῆρξαν ἄδικα ποιεῦντες
- αυτούς που πρώτοι ξεκίνησαν να κάνουν κακό σ᾽ εμένα και στον πατέρα μου.
- Μετάφραση (1993): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- οἵ γε ἐμὲ καὶ πατέρα τὸν ἐμὸν ὑπῆρξαν ἄδικα ποιεῦντες
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 8β.2
- (με αιτιατική) ξεκινώ να κάνω κάτι
- αρχίζω να υπάρχω, έρχομαι στη ζωή, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι
- υπάρχω (ήδη), βρίσκομαι, είμαι έτοιμος
- υπάρχω πραγματικά
- είμαι
- ※ 6ος πκε αιώνας [μεσαιωνικά χφφ] ⌘ Αίσωπος, Αἰσώπου Μῦθοι, Κώνωψ καὶ λέων, 267.1
- ἐγὼ δὲ λίαν ὑπάρχω σου ἰσχυρότερος.
- Σου λέω, εγώ είμαι πολύ πολύ πιο ισχυρός από σένα.
- Μετάφραση: Κωνσταντάκος, Ιωάννης Μ., Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
- ἐγὼ δὲ λίαν ὑπάρχω σου ἰσχυρότερος.
- ※ 6ος πκε αιώνας [μεσαιωνικά χφφ] ⌘ Αίσωπος, Αἰσώπου Μῦθοι, Ἀλώπηξ καὶ πάρδαλις, 12.1
- καὶ πόσον ἐγὼ σοῦ καλλίων ὑπάρχω
- Για φαντάσου, λοιπόν, πόσο πιο όμορφη από σένα πρέπει να είμαι εγώ
- Μετάφραση: Κωνσταντάκος, Ιωάννης Μ., Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
- καὶ πόσον ἐγὼ σοῦ καλλίων ὑπάρχω
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης, Περὶ τοῦ στεφάνου (Ὑπὲρ Κτησιφῶντος), 78
- οὐ μέντοι μοι δοκεῖ τοῦτο χρήσιμον ὑπάρχειν οὔθ᾽ ὑμῖν οὔτ᾽ ἐμοί.
- νομίζω όμως ότι αυτή η τακτική δεν ωφελεί ούτε εσάς ούτε εμένα.
- Μετάφραση (2012): Α.Ι. Γιαγκόπουλος, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greek‑language.gr
- ΣτΕ: «οὐ χρήσιμον ὑπάρχει» δεν είναι χρήσιμο, δεν ωφελεί.
- οὐ μέντοι μοι δοκεῖ τοῦτο χρήσιμον ὑπάρχειν οὔθ᾽ ὑμῖν οὔτ᾽ ἐμοί.
- ※ 6ος πκε αιώνας [μεσαιωνικά χφφ] ⌘ Αίσωπος, Αἰσώπου Μῦθοι, Κώνωψ καὶ λέων, 267.1
- (ενίοτε με μετοχή)
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης, Κατὰ Μειδίου περὶ τοῦ κονδύλου, 38
- οὐ γὰρ ἐχθρός γ᾽ ὑπῆρχεν ὤν, οὐδ᾽ ἐφ᾽ ὕβρει τοῦτ᾽ ἐποίησεν.
- πράγματι ούτε εχθρός του θύματος ήταν ούτε το έκαμε με πρόθεση να τον προσβάλει.
- Μετάφραση (1989): Γ. Ξανθάκη-Καραμάνου, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών @greek‑language.gr
- οὐ γὰρ ἐχθρός γ᾽ ὑπῆρχεν ὤν, οὐδ᾽ ἐφ᾽ ὕβρει τοῦτ᾽ ἐποίησεν.
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Δημοσθένης, Κατὰ Μειδίου περὶ τοῦ κονδύλου, 38
- (τριτοπρόσωπα, με δοτική προσώπου) έχω (κυριολεκτικά: υπάρχει σε μένα)
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Ῥητορική, Α, 1372a
- εἰ δὲ μή, κἂν ὑπάρχωσιν αὐτοῖς τοιοῦτοι φίλοι ἢ ὑπηρέται ἢ κοινωνοί
- αλλιώς, αν έχουν φίλους ή υπηρέτες ή συνεργούς αυτών των κατηγοριών·
- Μετάφραση (2002, 2004): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greek‑language.gr
- εἰ δὲ μή, κἂν ὑπάρχωσιν αὐτοῖς τοιοῦτοι φίλοι ἢ ὑπηρέται ἢ κοινωνοί
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Ῥητορική, Α, 1372a
- (κατ’ επέκταση) κρατώ
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Θεμιστοκλῆς, 19.2
- ἅμα μὲν ἐμβάλλων τῷ τειχισμῷ χρόνον ἐκ τῆς διατριβῆς, ἅμα δὲ βουλόμενος ἀνθ᾽ αὑτοῦ τοὺς πεμπομένους ὑπάρχειν τοῖς Ἀθηναίοις.
- Ήθελε με αυτό τον τρόπο και να δώσει καιρό στον περιτειχισμό και να κρατήσουν οι Αθηναίοι τους αποσταλμένους ως ομήρους
- Μετάφραση (1965): Μιχ. Χ Οικονόμου. Αθήνα: ΟΕΔΒ & σε αγκύλες, χωρία που παραλήφθηκαν@greek‑language.gr
- ἅμα μὲν ἐμβάλλων τῷ τειχισμῷ χρόνον ἐκ τῆς διατριβῆς, ἅμα δὲ βουλόμενος ἀνθ᾽ αὑτοῦ τοὺς πεμπομένους ὑπάρχειν τοῖς Ἀθηναίοις.
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Θεμιστοκλῆς, 19.2
- (τριτοπρόσωπα, με δοτική προσώπου) ανήκω σε κάποιον
- «τὰ ὑπάρχοντα» τα υπάρχοντα, αυτά που ανήκουν «υπάρχουν» σε κάποιον
- «τὰ ὑπηργμένα» οι ευεργεσίες
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Θ, 1163b
- ὀφείλοντα γὰρ ἀποδοτέον, οὐδὲν δὲ ποιήσας ἄξιον τῶν ὑπηργμένων δέδρακεν, ὥστ᾽ ἀεὶ ὀφείλει.
- ο γιος πρέπει να ξεπληρώσει το χρέος του, και ό,τι κι αν έχει κάνει, δεν έκανε τίποτε ισάξιο προς αυτά που πρώτος τού πρόσφερε ο πατέρας του, και έτσι ο γιος μένει πάντοτε χρεώστης.
- Μετάφραση (2006): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greek‑language.gr
- ὀφείλοντα γὰρ ἀποδοτέον, οὐδὲν δὲ ποιήσας ἄξιον τῶν ὑπηργμένων δέδρακεν, ὥστ᾽ ἀεὶ ὀφείλει.
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Ἀρριανός, Ἀνάβασις Ἀλεξάνδρου, Ζ, 9.6
- Ταῦτα μὲν τὰ ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ ἐμοῦ ἐς ὑμᾶς ὑπηργμένα
- Αυτές, λοιπόν, είναι οι ευεργεσίες του πατέρα μου σε σας
- Μετάφραση (1986, 1998): Θεόδωρος Χ. Σαρικάκης, Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. @greek‑language.gr
- Ταῦτα μὲν τὰ ἐκ τοῦ πατρὸς τοῦ ἐμοῦ ἐς ὑμᾶς ὑπηργμένα
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, Θ, 1163b
- επιτρέπεται, είναι δυνατόν
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Πηγές
[επεξεργασία]- ὑπάρχω - ΜΟΡΦΩ (στα αγγλικά) Μορφολογικό ευρετήριο για την αρχαία ελληνική γλώσσα του Πανεπιστημίου του Σικάγου.
- ὑπάρχω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ὑπάρχω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λέξεις με πρόθημα ὑπ- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ελληνιστική κοινή)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πίνδαρο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αίσωπο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Δημοσθένη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοτέλη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αρριανό (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)