ὑπέρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: υπέρ

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑπέρ < από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *upér- (άνω) σαν το λατινικό super

Πρόθεση[επεξεργασία]

ὑπέρ

  • αρχαιότατο επίρρημα που έχασε αυτή τη λειτουργία στο λόγο και έγινε κύρια πρόθεση της αρχαίας ελληνικής. Σήμαινε αυτόνομα ή ως πρώτο συνθετικό λέξεων:
  1. (με αιτιατική) παραπάνω, πέρα, υπερβολικά, πάνω από το μέτρο
    ὑπέρ Ἑλλήσποντον" - πέρα από τον Ελλήσποντο
    ὑπέρ τά τετταράκοντα ἒτη γεγονότες - οι άνω των 40 ετών
    ὑπέρ τον άνθρωπον" - (που μετέπειτα έγινε μία λέξη και σημαίνει ότι) κάτι ξεπερνά τις δυνάμεις του ανθρώπου
    ὑπέρ το δέον - περισσότερο από όσο χρειάζεται
  2. (με γενική) υπεράσπιση, προς ωφέλεια, προς χάρη (κυρίως ως πρόθεση και σπανιότατα ως πρώτο συνθετικό)
    "νῦν ὑπέρ πάντων ἀγών"
    ὑπερασπίζομαι (θέτω την ασπίδα μου υπέρ τινος)
  3. αναφορά (κυρίως μετά τους ελληνιστικούς χρόνους)
    ὑπέρ τοῦ μη παθεῖν κακόν - για να μην πάθει κακό
    ὠργίζετο ὑπέρ τῶν γεγενημένων - οργιζόταν με όσα έγιναν

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]