ὑπήκοος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

ὑπ-ήκοος, -ον (ἀκοή), I. αυτός που ακούει, αυτός που προσέχει σε, τινι, σε Ανθ. II. 1. υπάκουος, πειθαρχημένος, υφιστάμενος, με γεν., σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.· ομοίως, με δοτ., σε Ευρ., Ξεν. 2. με δοτ. πράγμ., ναυσὶν ὑπήκοοι, υποχρεωμένοι να παρέχουν, να δίνουν, να χορηγούν πλοία, σε Θουκ. III. απόλ., ως ουσ., ὑπήκοοι, οἱ, υποτελείς, στον ίδ. κ.λπ.· ἡ ὑπήκοος (ενν. χώρα)· τὸ ὑπήκοον = οἱ ὑπήκοοι, στον ίδ.