ὑπονοούμενος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]ὑπονοούμενος, -η, -ον
- συνηρημένη μετοχή μεσοπαθητικού παρακειμένου του ρήματος ὑπονοέω
- ※ Aποθανόντος οὖν ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ νεανίσκου τὰ βιβλία παρά τισιν ἦν, ὑπονοούμενα τῆς ἐμῆς ἕξεως εἶναι, καί τις ἠλέγχθη προοίμιόν τι τεθεικὼς αὐτοῖς εἶτ' ἀναγιγνώσκων ὡς ἴδια. (Γαληνός, Περὶ τῶν ἰδίων βιβλίων, 19.17.8–12)
Κατηγορίες:
- Μετοχές με κλίση 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'λυόμενος' (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Μετοχές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές μεσοπαθητικού παρακειμένου (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)