Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὑποσπαδίας

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: υποσπαδίας

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὑποσπαδίᾱς οἱ ὑποσπαδίαι
      γενική τοῦ ὑποσπαδίου τῶν ὑποσπαδιῶν
      δοτική τῷ ὑποσπαδί τοῖς ὑποσπαδίαις
    αιτιατική τὸν ὑποσπαδίᾱν τοὺς ὑποσπαδίᾱς
     κλητική ! ὑποσπαδί ὑποσπαδίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὑποσπαδί
γεν-δοτ τοῖν  ὑποσπαδίαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'νεανίας', Κατηγορία 'νεανίας' όπως «νεανίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὑποσπαδίας < ὑπο- + θέμα σπαδ- του ρήματος αρχαία ελληνική σπάω + -ίας
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: υποσπαδίας

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὑποσπαδίας, -ου [ᾰᾱ] αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  • (ιατρική, ανατομία) που έχει την οπή της ουρήθρας πολύ χαμηλά
      2ος κε αιώνας Γαληνός, Introductio seu medicus, Chapter 19, p.787 @scaife.perseus
    ὑποσπαδίαι δέ εἰσιν οἱ ἐκ γενετῆς ἔχοντες τὴν οὐρήθραν κάτωθεν, ὑπὸ τὸν λεγόμενον κύνα. θεραπευτέον δὲ τετρημένης τῆς βαλάνου ἄκρας καὶ σωληνιδίου ἐντιθεμένου.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]