ὑποφέρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑποφέρω < ὑπό + φέρω

Ρήμα[επεξεργασία]

ὑποφέρω

  1. παίρνω κάτι και το απομακρύνω από έναν κίνδυνο
  2. φέρω από κάτω
  3. υποφέρω, βασανίζομαι από έναν καημό ή κάτι που ταλαιπωρεί σωματικά
  4. υποκρίνομαι
  5. προτείνω
  6. παρασύρω, κατεβάζω
  7. παθητικό: παρασύρομαι, ολισθαίνω, βυθίζομαι, φθείρομαι, εξασθενώ κυριολεκτικά και μεταφορικά