ὑπό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: υπό

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑπό < πιθανόν από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *upo που τεκμαίρεται ότι υπήρξε και που θεωρείται επίσης ρίζα του λατινικού sub

Πρόθεση[επεξεργασία]

  1. κάτω, κρυμμένο, κάτω από
    ξιφίδια ὑπό μάλης
  2. για δήλωση της αιτίας
    ἀπώλλυτο ὑπό λιμοῦ
  3. για δήλωση του χρόνου
    "ὑπό νύκτα" (στη διάρκεια της νύχτας)
  4. για δήλωση της συνοδείας
    ´κατέσκαπτον τά τείχη ὑπό αὐλητρίδων (κατέσκαπταν τα τείχη υπό τον ήχο αυλών)
  5. (ως πρόθημα) ανεπαισθήτως, σχεδόν
    ὑποβαρβαρίζω, ὑπόλευκος, ὑπόπικρος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]