Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὑπόβαθρον

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: υπόβαθρο

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ ὑπόβαθρον τὰ ὑπόβαθρ
      γενική τοῦ ὑποβάθρου τῶν ὑποβάθρων
      δοτική τῷ ὑποβάθρ τοῖς ὑποβάθροις
    αιτιατική τὸ ὑπόβαθρον τὰ ὑπόβαθρ
     κλητική ! ὑπόβαθρον ὑπόβαθρ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὑποβάθρω
γεν-δοτ τοῖν  ὑποβάθροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὑπόβαθρον < ὑπό- + βάθρον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὑπόβαθρον ουδέτερο

  • υπόβαθρο στήριξης (ανάκλιντρου, καθίσματος, μηχανήματος)