ὑπόδειγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: υπόδειγμα

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὑπόδειγμα ὑποδείγματε ὑποδείγματα
Γενική ὑποδείγματος ὑποδειγμάτοιν ὑποδειγμάτων
Δοτική ὑποδείγματι ὑποδειγμάτοιν ὑποδείγμασι
Αιτιατική ὑπόδειγμα ὑποδείγματε ὑποδείγματα
Κλητική ὑπόδειγμα ὑποδείγματε ὑποδείγματα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὑπόδειγμα < ὑποδείκνυμι < δείκνυμι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *deyḱ-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὑπόδειγμα

  1. υπόδειγμα, δείγμα, ένδειξη
  2. τύπος, καλούπι
  3. πρότυπο
  4. αντίγραφο
  5. μεταφορά, παρομοίωση, εικόνα