ὑστέρημα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | ὑστέρημᾰ | τὰ | ὑστερήμᾰτᾰ | ||||
| γενική | τοῦ | ὑστερήμᾰτος | τῶν | ὑστερημᾰ́των | ||||
| δοτική | τῷ | ὑστερήμᾰτῐ | τοῖς | ὑστερήμᾰσῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸ | ὑστέρημᾰ | τὰ | ὑστερήμᾰτᾰ | ||||
| κλητική ὦ! | ὑστέρημᾰ | ὑστερήμᾰτᾰ | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ὑστερήμᾰτε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | ὑστερημᾰ́τοιν | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ὄνομα' όπως «ὄνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ὑστέρημα, -ατος ουδέτερο
- ανάγκη, έλλειψη, ένδεια
- ※ 3ος/2ος πκε αιώνας ⌘ Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Ψαλμοί του Δαυίδ, Ψαλμός ΛΓ', (33.10)
- φοβήθητε τὸν Κύριον πάντες οἱ ἅγιοι αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἔστιν ὑστέρημα τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Καινή Διαθήκη, Προς Κορινθίους Α', 16.17 @scaife.perseus
- χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ Στεφανᾶ καὶ Φορτουνάτου καὶ Ἀχαϊκοῦ, ὅτι τὸ ὑμῶν ὑστέρημα οὗτοι ἀνεπλήρωσαν·
- Χαίρω δὲ γιὰ τὴν ἐδῶ παρουσία τοῦ Στεφανᾶ καὶ τοῦ Φουρτουνάτου καὶ τοῦ ᾿Αχαϊκοῦ, διότι αὐτοὶ ἀναπλήρωσαν τὸ κενό, ποὺ αἰσθανόμουν ἀπὸ τὴ δική σας στέρησι.
- Μετάφραση: Νικόλαος Σωτηρόπουλος, @archive.org
- χαίρω δὲ ἐπὶ τῇ παρουσίᾳ Στεφανᾶ καὶ Φορτουνάτου καὶ Ἀχαϊκοῦ, ὅτι τὸ ὑμῶν ὑστέρημα οὗτοι ἀνεπλήρωσαν·
- ※ 3ος/2ος πκε αιώνας ⌘ Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Ψαλμοί του Δαυίδ, Ψαλμός ΛΓ', (33.10)
Πηγές
[επεξεργασία]- ὑστέρημα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ὑστέρημα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ὄνομα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ὄνομα' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις προπαροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -μα (ελληνιστική κοινή)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Παλαιά Διαθήκη (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από την Καινή Διαθήκη (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)