ὕαλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ύαλος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὕαλος ὑάλω ὕαλοι
Γενική ὑάλου ὑάλοιν ὑάλων
Δοτική ὑάλ ὑάλοιν ὑάλοις
Αιτιατική ὕαλον ὑάλω ὑάλους
Κλητική ὕαλε ὑάλω ὕαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὕαλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *uel- / *welH- (γυρίζω, στρέφω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὕαλος θηλυκό

  1. ορυκτό που οι αρχαίοι Έλληνες εισήγαγαν από την Αίγυπτο με κρυσταλλική δομή και που το χρησιμοποιούσαν ως φακό για να εστιάζουν τις ακτίνες του ήλιου και να ανάβουν φωτιά
    λίθος διαφανὴς ἀφ᾽ ἧς τὸ πῦρ ἅπτουσι
  2. ύαλος, όπως νοείται και στη νεοελληνική, το γυαλί
    τό τε περὶ τὴν ὕαλον γένος (το όλο είδος που ξέρουμε ως γυαλί)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]