ὕστερον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὕστερον < αρχαία ελληνική ὕστερον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὕστερον

  1. πολυτονική γραφή της λέξης ύστερο

Επίρρημα[επεξεργασία]

ὕστερον

  1. (καθαρεύουσα) ύστερα



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὕστερον < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὕστερον ουδέτερο

  1. ύστερο

Επίρρημα[επεξεργασία]

ὕστερον

  1. ύστερα