ὗς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ς ε ες - ὗς
Γενική ός οῖν ῶν
Δοτική ΐ οῖν σί(ν)
Αιτιατική ν ε ας - ὗς
Κλητική ε ες - ὗς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὗς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sū- (“γουρούνι”)· συγγενές με το (λατινικά) sus και τα (αγγλικά) swine, sow

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὗς αρσενικό ή θηλυκό

  1. (ζωολογία) αγριογούρουνο
  2. (ζωολογία) γουρούνι, χοίρος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]