Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ὑάμπολις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ὑάμπολῐς
      γενική τῆς Ὑαμπόλεως
      δοτική τῇ Ὑαμπόλει
    αιτιατική τὴν Ὑάμπολῐν
     κλητική ! Ὑάμπολῐ
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Ὑάμπολις < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Ὑάμπολις θηλυκό, μόνο στον ενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]