Ὕπατον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | Ὕπατον | τὰ | Ὕπατα | ||||
| γενική | τοῦ | Ὑπάτου | τῶν | Ὑπάτων | ||||
| δοτική | τῷ | Ὑπάτῳ | τοῖς | Ὑπάτοις | ||||
| αιτιατική | τὸ | Ὕπατον | τὰ | Ὕπατα | ||||
| κλητική ὦ! | Ὕπατον | Ὕπατα | ||||||
| Συνήθως στον ενικό | ||||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ὕπατον < → δείτε τη λέξη Ύπατο
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈi.pa.ton/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Ὕ‐πα‐τον
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ὕπατον ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) χωριό της Βοιωτίας
- → δείτε και τη λέξη Ύπατο