ὠκεανίς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ὠκεανίς | αἱ | ὠκεανίδες |
| γενική | τῆς | ὠκεανίδος | τῶν | ὠκεανίδων |
| δοτική | τῇ | ὠκεανίδῐ | ταῖς | ὠκεανίσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὴν | ὠκεανίδᾰ | τὰς | ὠκεανίδᾰς |
| κλητική ὦ! | ὠκεανίς* | ὠκεανίδες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ὠκεανίδε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ὠκεανίδοιν | ||
| Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος. * Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το -ς | ||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]ὠκεανίς, -ίδος θηλυκό
- αυτή που προέρχεται από τον ωκεανό ή βρίσκεται σε αυτόν
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Πίνδαροςw, Ὀλυμπιονίκαιςw, 2. Θήρωνι Ἀκραγαντίνῳ ἅρματι, 72 (71-74)
- ἔνθα μακάρων | νᾶσον ὠκεανίδες | αὖραι περιπνέοισιν·· ἄνθεμα δὲ χρυσοῦ φλέγει, | τὰ μὲν χερσόθεν ἀπ᾽ ἀγλαῶν δενδρέων, | ὕδωρ δ᾽ ἄλλα φέρβει, | ὅρμοισι τῶν χέρας ἀναπλέκοντι καὶ στεφάνους
- Εκεί των Μακάρων | το νησί αύρες του ωκεανού | τριγύρω το δροσίζουν, και χρυσά λουλούδια αστροβολούν, | άλλα πάνω στη γη σε δέντρα λαμπερά, | κι άλλα νερό τα τρέφει | και μ᾽ αυτά πλέκουν γιρλάντες για τα χέρια και στεφάνια
- Μετάφραση (2004): Ιωάννης Οικονομίδης, Αθήνα: Εταιρεία Ελληνικών Τυπογραφικών Στοιχείων @greek‑language.gr
- ἔνθα μακάρων | νᾶσον ὠκεανίδες | αὖραι περιπνέοισιν·· ἄνθεμα δὲ χρυσοῦ φλέγει, | τὰ μὲν χερσόθεν ἀπ᾽ ἀγλαῶν δενδρέων, | ὕδωρ δ᾽ ἄλλα φέρβει, | ὅρμοισι τῶν χέρας ἀναπλέκοντι καὶ στεφάνους
- ※ 6ος/5ος πκε αιώνας ⌘ Πίνδαροςw, Ὀλυμπιονίκαιςw, 2. Θήρωνι Ἀκραγαντίνῳ ἅρματι, 72 (71-74)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ὠκεανίς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ὠκεανίς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'πατρίς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πατρίς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίς (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πίνδαρο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)