ὠκεανός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὠκεανός < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɔ.ce.a.ˈnɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὠκεανός

  1. ο ωκεανός στην καθαρεύουσα αλλά και γενικά στο πολυτονικό από τα ελληνιστικά χρόνια μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὠκεανός ὠκεανώ ὠκεανοί
Γενική ὠκεανοῦ ὠκεανοῖν ὠκεανῶν
Δοτική ὠκεαν ὠκεανοῖν ὠκεανοῖς
Αιτιατική ὠκεανόν ὠκεανώ ὠκεανούς
Κλητική ὠκεανέ ὠκεανώ ὠκεανοί
ο "ωκεανός" σε χάρτη που απεικονίζει τον κόσμο σύμφωνα με τις αντιλήψεις του στωικού φιλόσοφου Ποσειδώνιου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὠκεανός < αβέβαιου ετύμου, ίσως προθεματικό ω και κεῖμαι ή νάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὠκεανός αρσενικό

  1. αρχικά, υδάτινη περίμετρος της γης με τη μορφή ποταμού, αλλά στα ελληνιστικά χρόνια η λέξη πήρε τη σημερινή έννοια, της αχανούς θαλάσσιας περιοχής, προσδιοριζόμενης ως "εξωτερικής" θάλασσας που περιέβρεχε όλη τη γη σε αντιδιαστολή προς την "εσωτερική" Μεσόγειο
    Ὠκεάνω γᾶς τ᾽ ἀπὺ περράτων
    τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀσίαν καὶ τὴν Λιβύην νήσους εἶναι ἃς περιρρεῖν κύκλῳ τὸν Ὠκεανόν
  2. (μεταφορικά) κάτι εξαιρετικά πλούσιο, σε μεγάλη ποσότητα, πολύ μεγάλο σε έκταση
    ὠκεανός χρημάτων
  3. (στην κλητική, ως επιφώνημα) συγχαρητήρια, μπράβο
  4. Ὠκεανός : γιος του Ουρανού και της Γης, πατέρας της Θέτιδας και όλων των Ωκεανίδων, πηγή όλων των ποταμών και των υδάτων της γης (μυθολογία)