ὠλένη
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ὠλένη | αἱ | ὠλέναι |
| γενική | τῆς | ὠλένης | τῶν | ὠλενῶν |
| δοτική | τῇ | ὠλένῃ | ταῖς | ὠλέναις |
| αιτιατική | τὴν | ὠλένην | τὰς | ὠλένᾱς |
| κλητική ὦ! | ὠλένη | ὠλέναι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ὠλένᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ὠλέναιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ὠλένη < → λείπει η ετυμολογία
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: ωλένη
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ὠλένη θηλυκό
- (ανατομία) το χέρι από τον αγκώνα και κάτω
- (ανατομία) (γενικότερα) χέρι
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Μήδεια, στίχ. 902 (901-902)
- ἆρ᾽, ὦ τέκν᾽, οὕτω καὶ πολὺν ζῶντες χρόνον | φίλην ὀρέξετ᾽ ὠλένην;
- Θα ζήσετε άραγε τόσο, παιδιά μου, | ώστε ν᾽ απλώσετε ξανά όπως τώρα το αγαπημένο χέρι;
- Μετάφραση (2012): Θ. Κ. Στεφανόπουλος, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
- ἆρ᾽, ὦ τέκν᾽, οὕτω καὶ πολὺν ζῶντες χρόνον | φίλην ὀρέξετ᾽ ὠλένην;
- ※ 2ος κε αιώνας ⌘ Λουκιανός, Θεῶν κρίσις, 10
- Καλῶς, ὦ Πάρι· καὶ πρώτη γε ἀποδύσομαι, ὅπως μάθῃς ὅτι μὴ μόνας ἔχω τὰς ὠλένας λευκὰς μηδὲ τῷ βοῶπις εἶναι μέγα φρονῶ, ἐπʼ ἴσης δέ εἰμι πᾶσα καὶ ὁμοίως καλή.
- Καλά, Πάρη· πρώτα εγώ θα γδυθώ, για να μάθεις ότι δεν έχω μόνον τα χέρια λευκά, ούτε το ότι έχω μεγάλα μάτια είναι μεγάλο πράγμα θαρρώ, είμαι επί πλέον όλη και ομοίως εύμορφη.
- ΣτΕ: Μιλάει η Αφροδίτη στον Πάρη. Μετάφραση παραθέματος: Βικιλεξικό.
- Καλῶς, ὦ Πάρι· καὶ πρώτη γε ἀποδύσομαι, ὅπως μάθῃς ὅτι μὴ μόνας ἔχω τὰς ὠλένας λευκὰς μηδὲ τῷ βοῶπις εἶναι μέγα φρονῶ, ἐπʼ ἴσης δέ εἰμι πᾶσα καὶ ὁμοίως καλή.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Μήδεια, στίχ. 902 (901-902)
- στρώμα, ψάθα
- δεμάτι, σωρός πραγμάτων αρκετών να χωρέσουν σε μία αγκαλιά
Παράγωγα
[επεξεργασία] ετυμολογικό πεδίο
ὠλεν-
ὠλεν-
Πηγές
[επεξεργασία]- ὠλένη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ὠλένη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βελόνη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βελόνη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Λουκιανό (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Κεντρικά λήμματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)