ὠλένη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ωλένη

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὠλένη αἱ ὠλέναι
      γενική τῆς ὠλένης τῶν ὠλενῶν
      δοτική τῇ ὠλέν ταῖς ὠλέναις
    αιτιατική τὴν ὠλένην τὰς ὠλένᾱς
     κλητική ! ὠλένη ὠλέναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὠλέν
γεν-δοτ τοῖν  ὠλέναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'βελόνη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὠλένη < λείπει η ετυμολογία
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: ωλένη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὠλένη θηλυκό

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

 ετυμολογικό πεδίο 
ὠλεν- 

Πηγές[επεξεργασία]