Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὠμοφαγία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ωμοφαγία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ὠμοφαγίᾱ αἱ ὠμοφαγίαι
      γενική τῆς ὠμοφαγίᾱς τῶν ὠμοφαγιῶν
      δοτική τῇ ὠμοφαγίᾳ ταῖς ὠμοφαγίαις
    αιτιατική τὴν ὠμοφαγίᾱν τὰς ὠμοφαγίᾱς
     κλητική ὦ! ὠμοφαγίᾱ ὠμοφαγίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὠμοφαγίᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ὠμοφαγίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὠμοφαγία (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ὠμοφάγ(ος) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε ὠμο- (ὠμός) + -φαγία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὠμοφαγία, -ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)