ὡρεῖον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὡρεῖον ὡρείω ὡρεῖα
Γενική ὡρείου ὡρείοιν ὡρείων
Δοτική ὡρεί ὡρείοιν ὡρείοις
Αιτιατική ὡρεῖον ὡρείω ὡρεῖα
Κλητική ὡρεῖον ὡρείω ὡρεῖα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὡρεῖον < ὥρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *yōr-ā

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὡρεῖον

  1. ωρείο
  2. σιταποθήκη
    • ὡρεῖον: τὸ σιτοδοχεῖον (Αίλιος Ηρωδιανός (2ος αιώνας μ.Χ.), Ἐπιμερισμοί, 103, 1-2)
    • Ὁ δὲ θειότατος ᾿Αναστάσιος (…) ἐποίησεν ἐν αὐτῷ δημόσια λουτρὰ δύο καὶ ἐκκλησίας καὶ ἐμβόλους καὶ ὡρεῖα εἰς ἀπόθετα σίτου καὶ κιστέρνας ὑδάτων. (Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, 2, 399, 7)
  3. αχυρώνας