ὡρηφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὡρηφόρος < ὥρα +φέρω

Επίθετο[επεξεργασία]

ὡρηφόρος -ος -ον

  • που φέρνει τις εποχές (επίθετο της θεάς Δήμητρας)