ὡρηφόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὡρηφόρος < ὥρα +φέρω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὡρηφόρος -ος -ον

  1. που φέρνει τις εποχές (επίθετο της θεάς Δήμητρας)