ὡρικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὡρικός ὡρική ὡρικόν ὡρικοί ὡρικαί ὡρικά
Γενική ὡρικοῦ ὡρικῆς ὡρικοῦ ὡρικῶν ὡρικῶν ὡρικῶν
Δοτική ὡρικῷ ὡρικῇ ὡρικῷ ὡρικοῖς ὡρικαῖς ὡρικοῖς
Αιτιατική ὡρικόν ὡρικήν ὡρικόν ὡρικούς ὡρικάς ὡρικά
Κλητική ὡρικέ ὡρική ὡρικόν ὡρικοί ὡρικαί ὡρικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὡρικώ ὡρικά
Γενική-Δοτική ὡρικοῖν ὡρικαῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὡρικός < ὡραῖος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ὡρικός,ή,όν ὡρικώτερος ὡρικώτατος

  1. ο ακμαίος, αυτός που βρίσκεται τώρα στην ακμή του
  2. το ώριμο, κατάλληλο για κατανάλωση φρούτο
  3. ωραίος, χαριτωμένος, όμορφος
  4. νεανικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]