Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ω,

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Μόριο[επεξεργασία]

  • το κλητικό μόριο ω
διδάσκαλε!

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

  • α΄ πρόσωπο ενικού υποτακτικής ενεστώτα του ρήματος εἰμί