ῥάβδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ῥάβδος < συγγενές των ῥάμνος και ῥαπίς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ῥάβδος

  1. ραβδί
  2. μαγική ράβδος (της Κίρκης, του Άδη, το κηρύκειο του Ερμή)
  3. καλάμι ψαρέματος
  4. ξύλο ακοντίου
  5. σκήπτρο αξιωματούχου
  6. σωφρονιστική ράβδος
  7. βούκεντρο
  8. ποιμενική ράβδος
  9. γραμμή που σχηματίζει ένα γράμμα της αλφαβήτου
  10. σύνεργο για να πιάνουν μικρά πουλιά, ασβεστωμένο κλαρί
  11. στέλεχος όπλου για το κυνήγι
  12. μέτρο για μέτρηση μήκους αγρών
  13. βλαστάρι, φρέσκο κλαδί
  14. στίχος, μέτρο στην ποίηση
  15. οι ραβδώσεις, οι χρωματιστές κηλίδες στο δέρμα ενός ζώου
  16. (μέταλλα) φλέβα
  17. ακτίνα φωτός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • ῥαβδίζω
  • ῥαβδίον
  • "ραβδόω" (δημιουργώ ραβδώσεις) ρήμα που υποθέτουν οι ειδικοί ότι υπήρξε, αλλά δεν απαντά
  • ῥαβδωτός,ή,όν (ραβδωτός, με κηλίδες, γραμμές, ραβδώσεις)

Σύνθετα[επεξεργασία]