ῥάκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ράκος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ῥάκος < θωρείτο πιθανόν (αλλά όχι πια) να συγγενεύει με το ῥήγνυμι, ρίζα Fραγ-

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ῥάκος ουδέτερο (γενική: τοῦ ράκεος, πληθ.: ῥάκεα και ῥάκη) αιολικός τύποςβράκος για το ρούχο

  1. κουρελιασμένο ρούχο, ύφασμα
  2. κουρέλι
  3. ταινία, λωρίδα
  4. ξαντό
  5. λείψανο, υπόλοιπο, υπόλειμμα, κάτι κατεστραμμένο
    εἰκάσαι τὸ ἐρείπιον ῥάκει οἰκίας
  6. γδαρμένο κομμάτι από δέρμα ζωντανού πλάσματος
    Διὸς δέ τοί πτηνὸς κύων, δαφοινὸς αἰετός, λάβρως διαρταμήσει σώματος μέγα ῥάκος
  7. στον πληθ. ρυτίδες προσώπου
    εἰ δ᾽ ἐκπλυνεῖται τοῦτο τὸ ψιμύθιον, ὄψει κατάδηλα τοῦ προσώπου τὰ ῥάκη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]