ῥέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ῥέπω < ρίζα Fρεπ-, ομόρριζο των ῥάβδος, ῥάμνος, ῥαπίς

Ρήμα[επεξεργασία]

ῥέπω (& ῥηγνύω, αλλά δεν συμφωνούν όλοι)

  1. γέρνω προς τα κάτω, κατεβαίνω, πίπτω
    βλεμμάτων ῥέπει βολή (: χαμηκώνει το βλέμμα, για ντροπαλό κορίτσι)
    ὕπνος ἐπὶ γλεφάροις ῥέπων (: ο ύπνος που κλείνει τα βλέφαρα)
  2. κλίνω προς τη μία πλευρά, ρέπω, τείνω, συμπαθώ, υποστηρίζω
    εὖ ῥέπει θεός (ο θεός τον ευνοεί, τον πριμοδοτεί, τείνει προς το μέρος του)
    ῥέπων πρὸς τὴν ἡδονήν - ῥέπων πρὸς τὴν ὀλιγαρχίαν
  3. είμαι αμφίρροπος, ασταθής
    ὅ τι πολλᾷ ῥέποι ( :που αλλάζει διαρκώς)
  4. συντελώ, καταλήγω, υπερισχύω, επικρατώ
    μοι σκοπουμένῳ ἔρρεψε δεῖν (η γνώμη που ήταν αναγκαία επικράτησε, κατέληξε, έγειρε τελικά προς τη σωστή γνώμη η απόφαση)
    τὸ μηδὲν εἰς οὐδὲν ῥέπει
  5. συμβαίνω
  6. επηρεάζω
    νομίζων τούτους πλεῖστον ῥέπειν ἐπὶ τὸ ἀγαθὸν τῇ πόλει
  7. δείχνω, υποδεικνύω, πάω προς τα κάπου
    τοὔργον εἰς ἐμὲ ῥέπον
  8. μέσο ῥέπομαι: βρίσκομαι σε ισορροπία με το ίσος
    τῶνδ᾽ ἐξ ἴσου ῥεπομένων (των ευρισκομένων σε ισορροπία)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ρηματικοί τύποι[επεξεργασία]

απαντούν οι:
ενεργητική φωνή: ενεστώτας ῥέπω, μέλλοντας ῥέψω, αόριστος ἔρρεψα (ποιητικός τύπος: ἔρεψα)

Σύνθετα[επεξεργασία]