ῥίζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ρίζα

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ῥίζα ῥίζα ῥίζαι
Γενική ῥίζης ῥίζαιν ῥιζῶν
Δοτική ῥίζ ῥίζαιν ῥίζαις
Αιτιατική ῥίζαν ῥίζα ῥίζας
Κλητική ῥίζα ῥίζα ῥίζαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ῥίζα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wréh₂ds (ρίζα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ῥίζα θηλυκό

  1. ρίζα
  2. (απαντά κυρίως στον πληθυντικό) οι ρίζες (στον Όμηρο)
  3. οι ρίζες του ματιού
  4. οι ρίζες ή τα θεμέλια της γης
  5. οτιδήποτε φυτρώνει όπως η ρίζα από το κοτσάνι
  6. (μεταφορικά) ρίζα ή αρχή καταγωγής μίας οικογένειας
  7. γένος, γενιά, οικογένεια